ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΜΝΗΜΗΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΤΖΙΑ
2013
«Απογραφές της μνήμης. Μαρτυρίες από τη Τζιά», Πολιτιστικό & Πνευματικό Κέντρο Δήμου Κέας «Στυλιανός Ρέστης», Κορρησία-Κέα
«Απογραφές της μνήμης. Μαρτυρίες από τη Τζιά», Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής, Αθήνα
«Οπουδήποτε κατοικεί κάποιος, υπάρχει εκεί, ανοιχτό, ένα μητρώο όπου ο χρόνος εγγράφεται.
Henri Bergson
Κρατώ στα χέρια μου ανοιχτό σε τυχαία σελίδα το πολύτιμο χειροποίητο πόνημα της Γεωργίας Μπλιάτσου «Απογραφές της Μνήμης –Μαρτυρίες της Τζιας»: η επίσκεψη της ζωγράφου στο νησί που αριθμεί αρκετές δεκαετίες, συνεχίζεται ακάματη έως σήμερα. Είναι εδώ ο βιωμένος τόπος της και οι «απογραφές μνήμης» της το αποδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο.
Τα σχέδιά της, άλλοτε καμωμένα με γήινο χρώμα και άλλοτε εγγεγραμμένα σε άσπρο και μαύρο, πάντοτε ολοκληρωμένα με γοργές γραμμές και ελαφρά υλικά, αποφεύγουν να κουράσουν το βλέμμα καθώς αποτυπώνουν ένα αχνό στιγμιότυπο φεύγοντος χρόνου, διατηρούν, ωστόσο, κάτι ανεξίτηλο.
Κάρβουνα, μολύβια, μελάνια, παστέλ σκιρτούν και σκαλώνουν ανάμεσα σε εφήμερα σημάδια χαράς και θλίψης, περιπλανώνται με αφουγκραστική ενδελέχεια ανάμεσα σε ρυτίδες, χαμόγελα, παύσεις και αφηγήσεις, τρέποντας τα μικρά πορτραίτα των οικείων της άλλοτε σε ταξίδια στη θάλασσα του απέναντι και άλλοτε σε ολονύχτια γλέντια σε απόκρημνα αυτοσχέδια πανηγυράκια του νησιού.
Κι ύστερα εξακολουθούν να κεντούν το χαρτί, μεταμορφώνοντας τα σχέδια σε ευχές και ξόδια, σε προσευχές και αναπάντεχες εξομολογήσεις.
Στα 140 σχέδια της Γεωργίας Μπλιάτσου, διηθίζονται και εντέλει κατασταλάζουν οι λανθάνουσες ιστορίες και οι μικρές περιπέτειες ενός τοπίου κατοικημένου και εννοημένου με ξεχωριστή τρυφερότητα.
Ακολουθώντας τις αφαιρετικές γραμμές και τις ελάχιστες φόρμες της ζωγράφου, οι μνήμες της Τζιας απομαγνητοφωνούνται επί χάρτου συναντώντας τη λιγνή γεωγραφία του κυκλαδίτικου τόπου, υφαίνουν βουβές συναθροίσεις ενώνοντας χωρίς προσχεδιασμό την ατομική με τη συλλογική μνήμη των κατοίκων του. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εντόπια «πινακοθήκη» μεταβλητών διαστάσεων, κατοικημένη από αναγνωρίσιμους στους περισσότερους αλλά και αφανείς ανθρώπους που συνδέθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες με τα καλοκαίρια αλλά και τους χειμώνες του νησιού, με την καλοκαιρινή ραστώνη αλλά και τις εποχιακές εργασίες της υπαίθρου, με τις αυγουστιάτικες βεγγέρες αλλά και με την καθημερινότητα κάποιων πιο σιωπηλών μηνών του χρόνου. Στη Χώρα και στο Βουρκάρι, στο Λιβάδι και στον Οτζιά, στους Κοκκίνους και στον Μαύρο, συλλέκτες, αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες, τοπικοί ιστοριοδίφες και συγγραφείς συνομιλούν μέσα από τα σχεδόν στιγμιαία πορτραίτα τους με βοσκούς και παπάδες, με ψαράδες και ιδιοκτήτες καφενείων και παραδοσιακών παντοπωλείων, με κραταιούς χασάπηδες και γηραιές φουρνάρισσες, με παλαίμαχους τεχνίτες του εργοστασίου «Εμαγιέ» και ιδιοκτήτες καλτ καλοκαιρινών ποτάδικων.
Στις 62 προφορικές μαρτυρίες που με αφοπλιστική απλότητα συγκεντρώνει, εγγράφει και παραθέτει η ζωγράφος, διασώζοντάς τις από παντοτινή λήθη, ο ίδιος τόπος προσμετρά με ακρίβεια τις ψυχές που τον κατοικούν, τις επιθυμίες και τα παθήματα που τις στοιχειώνουν. Άλλοτε σε ελάχιστες λέξεις και άλλοτε στο σύντομο αλλά εύγλωττο διάστημα μιας εκ βαθέων συμπυκνωμένης εξομολόγησης, οι παλιοί αλλά και οι όψιμοι φίλοι της εμπιστεύονται ανέκδοτα ιστορικά και προσωπικά γεγονότα, κατοχικές αφηγήσεις και μικρά οικογενειακά δράματα, οδηγίες και συνταγές, εφήμερα ήθη και διαχρονικά έθιμα.
Ανάμεσα σε χωματόδρομους και ξερολιθιές, ψαρέματα και ανεμόμυλους, παραθαλάσσιες ταβέρνες, παραδοσιακά χασάπικα και αυτοσχέδια μπαρ, μας γνέφουν νεκροί φαντάροι και χαμένες αρραβωνιαστικές, μας καλούν ανυπόμονα παιδιά με κοντοκουρεμένα κεφάλια και εύθυμες παρέες χαλκέντερων γλεντιστών, επαναφέροντας στο βλέμμα μια εποχή χαμένης αθωότητας που ζωντανεύει στο όνομα της ψηλαφητής και ευπρόσδεκτα συνοπτικής γλαφυρότητας της σχεδιαστικής της αποτύπωσης: ιδού μια μικρογραφία Ελλάδας που πληγώνει και επουλώνει ταυτόχρονα.
Κάτω από τα σχέδια και τους ανθρώπους ηθελημένα δεν μπαίνουν ονόματα. Γνωστοί και άγνωστοι στα κοινά, κάτοικοι Τζιας είναι όλοι…
Κάθε σχεδίασμα, παρεπέμπει σε αλλοτινά καλοκαίρια, σε ανθισμένες εξοχές, σε δύσκολες θάλασσες.
Δύσκολο, λοιπόν, να αποφασίσεις πού να βάλεις την άνω τελεία. Δύσκολο να αποχωριστείς εκείνους που δεν συνάντησες ακόμη.
Γεωργία, ετούτα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί, τα περιμένουμε.
Ίρις Κρητικού
Μάιος 2013
Όταν τα πορτραίτα μιλούν
Πλάϊ στα πορτραίτα που εκθέτει η Γεωργία Μπλιάτσου, αναδύονται θραύσματα μνήμης από την παιδική ηλικία των αδρά σχεδιασμένων μορφών, τα σχολικά τους θρανία ή τις σπουδές, τη δουλειά, τη μετακίνηση από το νησί στην Αθήνα και πάλι πίσω, το σκίρτημα της πρώτης αγάπης, το γάμο, τη δημιουργία οικογένειας… Στο ξετύλιγμά τους, τα οδοιπορικά αυτά ανασύρουν στην επιφάνεια και στοιχεία γύρω από την ευρύτερη οργάνωση της τοπικής κοινωνίας – τα νήματα που εξυφαίνονται με τον κορμό της χώρας σε διαδοχικές χρονικές περιόδους, το θρυμμάτισμα των εποχών ανάπτυξης, τις πρωτοβουλίες που παίρνουν οι νεότερες γενιές.
Αν και ευαίσθητη, γοητευτική, γεμάτη εκπλήξεις διαδικασία, η συγκέντρωση σκέψεων, συναισθημάτων και εμπειριών που προϋποθέτουν τη νοητή επιστροφή στο παρελθόν παραμένει ατελής. Αφενός, διότι επιτρέπει ή/και ενθαρρύνει την ανακατασκευή – παρά την πιστή περιγραφή – του ειδικότερου νοήματος που μπορεί να είχαν επιμέρους σκέψεις και βιώματα σε παρελθόντες καιρούς και διαφορετικά συμφραζόμενα. Και αφετέρου, επειδή ακόμη και όταν εξασφαλιστούν ευνοϊκές συνθήκες για τη διεξαγωγή της (λ.χ. αμοιβαία εμπιστοσύνη, συμβολικά ή υλικά οφέλη για εκείνον που μιλά όσο και για αυτόν που ακούει), η διαδικασία αυτή συχνά προσκρούει σε δυσδιάκριτους και ανυπέρβλητους φραγμούς (πρόσδεση σε βαθιά ριζωμένες προϊδεάσεις, τάσεις ωραιοποίησης ή απόκρυψης καίριων περιστατικών, αδυναμία κατανόησης, κ.ά.).
Η ζωγράφος, εντούτοις, δεν επιζητεί να ανιχνεύσει και να καταγράψει σε όλη τους την έκταση αλλοτινές ή σύγχρονες όψεις της ζωής των κατοίκων της Τζιάς. Πρωταρχικό της μέλημα είναι να πλησιάσει άνδρες και γυναίκες που ζουν – μόνιμα ή εποχιακά – στο νησί, να εκθέσει σε αυτούς τους εικαστικούς της στόχους και, χαράζοντας ένα κανάλι διαπροσωπικής επικοινωνίας, να τους παρακινήσει να μιλήσουν με όποιον τρόπο οι ίδιοι κρίνουν κατάλληλο και επιθυμητό για τη διαδρομή που ακολούθησαν ως τώρα, το πως έζησαν, τι νοσταλγούν, τι πέτυχαν, που σκόνταψαν, τι ακόμη θέλουν να αποκτήσουν…
Μέσα από τα ακούσματα αυτά, η ζωγράφος έχει μία πολύτιμη ευκαιρία: να γνωρίσει καλύτερα τους συνομιλητές της, να γεφυρώσει συμβολικά τις αποστάσεις, να εμπνευστεί από τις όποιες εκμυστηρεύσεις και στη συνέχεια να αναδείξει, με μολύβια και χρώματα, την ιδιαίτερη έκφραση και τα σημάδια που ο χρόνος έχει εναποθέσει στις φυσιογνωμίες που σχεδιάζει.
Αυτή είναι η οπτική που προσδίδει ξεχωριστή πνοή και ενδιαφέρον στο έργο της Γεωργίας Μπλιάτσου. Τοποθετώντας τα πορτραίτα δίπλα σε ψηφίδες ζωντανής μνήμης, καλεί τον επισκέπτη να συναρμολογήσει τον προφορικό με τον εικαστικό λόγο, τα σύντομα ή περιεκτικά κείμενα με τα χαρούμενα ή απόμακρα βλέμματα, τα γελαστά ή σφιγμένα χείλη, τα τολμηρά ή κουρασμένα μέτωπα.
Μαρίνα Πετρονώτη
Έχοντας, για πολλά χρόνια, παρακολουθήσει την πορεία της Γεωργίας Μπλιάτσου, βλέπω, με ιδιαίτερη χαρά, την εξέλιξή της να αποτυπώνεται σε ένα βιβλίο που αποτελεί ορόσημο για την ίδια.
Μέχρι τώρα, μέσα από ευφάνταστες συνθέσεις, όμορφες εικόνες από τη φύση, την καθημερινότητα και μέσα από αντικείμενα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, μάς μετέφερε συγκίνηση και προβληματισμούς για την ύπαρξη και την συνύπαρξη.
Με το βιβλίο αυτό, που γεφυρώνει την εικαστική τέχνη με την αφήγηση, συμβάλλει συγχρόνως στις αναζητήσεις όλων μας. Καθώς ψάχνουμε για χάρτη και πυξίδα, μέσα στη δίνη των κατακλυσμιαίων και επώδυνων ανατροπών που συμπαρέσυραν τα σταθερά σημεία αναφοράς μας, η καλλιτέχνις, με την πρωτότυπη και ευρηματική της ματιά, μας υποδεικνύει ένα μονοπάτι προς την αυτογνωσία μας. Όπως λέει μια αφρικανική παροιμία:
Αν δεν ξέρεις που πας, αναρωτήσου από πού έρχεσαι
Εμείς, σε αυτό τον τόπο, πάντοτε γυρίζαμε πίσω για να αντλήσουμε δύναμη, ασφάλεια και δημιουργικότητα. Οι συναισθηματικοί δεσμοί που δημιουργούνταν μέσα στις μικρές, κλειστές κοινότητες, που περικλείουν τις οικογένειές μας, αποτέλεσαν το διαχρονικό μας κάστρο. Ένα καταφύγιο που μας προμήθευε, σε όλη την πορεία του πολιτισμού μας, τα εφόδια για να αντιμετωπίζουμε τις ατελείωτες κρίσεις που σφράγισαν το οδοιπορικό της φυλής μας.
Η Γεωργία Μπλιάτσου, επέλεξε να μιλήσει, μέσα από τα πρόσωπα και τις αυθεντικές μαρτυρίες, με ανθρώπους που συνδέονται και, γι’ αυτό, μας συνδέουν με τις ρίζες μας.
Η αυθεντικότητα των πορτραίτων της ζωγράφου, καθώς και των προσωπικών αφηγήσεων, των ιστοριών και των εξομολογήσεων, καθιστά το βιβλίο αυτό ένα πολύτιμο ντοκουμέντο, τόσο για τον χώρο των εικαστικών τεχνών, όσο για όλους εμάς που ανήκουμε στο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών.
Η καινούρια δουλειά της Γεωργίας Μπλιάτσου αποτελεί σημαντική συμβολή για όλους μας, σε μια εποχή που η επικοινωνία με τον εαυτό μας και τους άλλους, μέσα από γεφυρώσεις και δικτυώσεις σε όλα τα επίπεδα, είναι το όχημα που μπορεί να μας οδηγήσει στην δημιουργία μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας.
Χάρις Κατάκη
Ψυχολόγος, Πρόεδρος Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρώπινων Σχέσεων










































































































