Quantcast
Bliatsou.gr
ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΠΛΙΑΤΣΟΥ
Follow us

Search

  -  ΦΩΝΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

ΦΩΝΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

2012
«Φωνές λουλουδιών», Ελούντα Μάρε, Κρήτη
«Φωνές λουλουδιών», «Εικαστικές βραδιές» στο εστιατόριο Διόνυσος, Αθήνα

2009
«Φωνές Λουλουδιών», Bonicos Γκαλερί, Αθήνα

Στα όρια της συνεκδοχής: Η γλώσσα των λουλουδιών

Η Γεωργία Μπλιάτσου ζωγραφίζει λουλούδια. Με την αποφασιστικότητα ενός προσωπογράφου απεικονίζει τη φυσιογνωμία και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των άγριων λουλουδιών. Ποώδη φυτά, άνθη, φυλλώματα και θάμνοι ξεδιπλώνουν την πολύχρωμη μαγεία τους μέσα στα όρια του δισδιάστατου καμβά.

Με επιμέλεια κι επιμονή η ζωγράφος αναπαριστά κόκκινα και λευκά πέταλα από άνθη σε σχήμα κώνου, μικρά ροζ και κίτρινα ωραία άνθη, μεγάλα τριγωνικά και οδοντωτά φυλλώματα, διακλαδώσεις βλαστών, νευρώσεις φύλλων και μίσχων.

Μεγάλα κατακόκκινα άνθη παπαρούνας, λευκές και κίτρινες μαργαρίτες, ροδόχρωμα και μπλε-ιώδη άνθη από ανεμώνες, ζωηρόχρωμα άνθη βουκαμβίλιας, μεγάλα κόκκινα λουλούδια ιβίσκων και λευκορόδινα πύρινα άνθη ηλιοτρόπιων συγκαταλέγονται στο συμβολιστικό λεξιλόγιο της Γ. Μπλιάτσου.

Στη συμβολική γλώσσα των λουλουδιών ο ιβίσκος αντιπροσωπεύει τη λεπτεπίλεπτη ομορφιά» ηλιοτρόπιο την αφοσίωση και την αιώνια αγάπη, η κόκκινη παπαρούνα την παρηγοριά και την συμπόνια, η ανεμώνη την άρνηση και την εγκατάλειψη, η μαργαρίτα του κήπου την ευγένεια και την αθωότητα.

Η συμβολική γλώσσα και το πλούσιο εικονιστικό λεξιλόγιο των λουλουδών αποτελούν την εναρκτήρια αφορμή ώστε η ζωγράφος να εκμυστηρευτεί στο θεατή βαθιά συναισθήματα και εικονιστικούς στοχασμούς για τη φύση του έρωτα, του ωραίου, του πάθους, της ομορφιάς και της αγάπης.

Επιπλέον, στο εικονιστικό λεξιλόγιο της Γ, Μπλιάτσου συμπεριλαμβάνεται η πεταλούδα, σύμβολο της ψυχής σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία. Η καθαρή, μορφική και χρωματική ομορφιά των φτερών της πεταλούδας που κοντοστέκεται στα άνθη ή τα φυλλώματα ενός λουλουδιού συν τοις άλλοις αποτελούν αναπαραστατικό ερέθισμα ώστε η ζωγράφος να ξεδιπλώσει τις μεταφυσικές αγωνίες της για τη σχέση έρωτα και θανάτου, το φυσικό κύκλο της ζωής, την ψυχική αναγέννηση και αναδημιουργία, την ανεκπλήρωτη επιθυμία του ανθρώπου για αθανασία.

Στην κατασκευή με τις παπαρούνες και τον χλοοτάπητα επιδίωξη της ζωγράφου είναι η αναπαράσταση ενός πλαστού, ψεύτικου παραδείσου λουλουδιών. Με τη μεταφορική ανακατασκευή ενός ψευδαισθητικά απλοποιημένου κήπου της Εδέμ η ζωγράφος συνδιαλέγεται με τις αντικρουόμενες έννοιες του αληθινού και του ψεύτικου, του αυθεντικού και του επινοημένου, του ανόθευ¬του και του επίπλαστου, Η ενοχή του σύγχρονου ανθρώπου για το κατασκευασμένο περιβάλλον που επιβαρύνει με την επεκτατική του τάση το φυσικό περιβάλλον, αντικατοπτρίζεται στην ανάγκη να αναπαρασταθεί συμβολικά η αθωότητα που χάθηκε ανεπιστρεπτί.

Η υπέρμετρη αγάπη της Γ. Μπλιάτσου για τη βλάστηση της ελληνικής υπαίθρου την ωθεί να εξεικονίσει τον πολυμορφικό κόσμο των λουλουδιών με απώτερο στόχο τη σταδιακή ανάπτυξη των κατακτημένων τεχνικών γνώσεων στο υλικό μέρος του έργου της. Ωστόσο, με αφορμή την ιδιότυπη πανδαισία χρωμάτων και σχημάτων που με μαεστρία διαχειρίζεται, δεν διστάζει να πειραματιστεί και να τολμήσει νέες πλαστικές λύσεις.

Τα κοντινά, αφύσικα πλάνα των ανθών, που σε μερικές περιπτώσεις υπερβαίνουν κατά πολύ το κανονικό ή συνηθισμένο φυσικό μέγεθος, δίνουν τη δυνατότητα στη ζωγράφο να διαπραγματευτεί ζητήματα ρεαλιστικής αναπαράστασης. Συνάμα επιτυγχάνει να διαχειριστεί με θάρρος και μορφοπλαστική γενναιότητα το πολυσυζητημένο θέμα της υλικότητας της ζωγραφικής επιφάνειας.

Μολονότι δανείζεται τεχνικές και μεθόδους από το χώρο της φωτογραφίας προκειμένου να συνθέσει το κάδρο της, Μελική εικόνα διατηρεί τη ζωγραφική αυτονομία της και το τελικό αποτέλεσμα αποδεικνύει τις συνθετικές αρετές στις μορφικές λύσεις της ζωγράφου.

Εντέλει, με τα μορφοπλαστικά της μέσα η ζωγράφος στοχάζεται πάνω στην ουσιώδη διάκριση μεταξύ φόρμας και περιεχομένου. Δίνοντας εκ περιτροπής έμφαση στην αναζήτηση νέας φόρμας διατηρώντας το καθιερωμένο περιεχόμενο ή στη δημιουργία νέου περιεχομένου υιοθετώντας ήδη διατυπωμένες φόρμες, εξερευνά την αδιαχώριστη φύση φόρμας και περιεχομένου, έκφρασης και νοήματος. Η πεμπτουσία της ζωγραφικής της Γ. Μπλιάτσου προσδιορίζεται στα όρια της συνεκδοχής, όπου το μέρος αντιπροσωπεύει το σύνολο, η φόρμα των λουλουδιών υποδηλώνει την ουσία, η μορφή τους γίνεται το όχημα που μας μεταφέρει από το ειδικό στο γενικό, από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, από το επιμέρους στο όλον.

Χρήστος Π. Μιχαλόπουλος
Ιστορικός Τέχνης

Τα λουλούδια της Μπλιάτσου σε πολιορκούν, σε κυριεύουν.

Υπερμεγέθη, ρεαλιστικά, έχουν πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στις δημιουργίες της.
Τους προσδίδει διάσταση και υπόσταση κοσμική για να συμβολίζει και να εκφράζει τη μεγάλη λύπη και τη μεγάλη χαρά. Λουλούδια που προσφέρονται στη γέννηση, στο θάνατο, στον έρωτά μας. Γι’ αυτό και αποδίδονται στο έργο της άλλοτε φρέσκα και ποικιλόχρωμα κι άλλοτε γκρίζα και μαβιά της λύπης, της θλίψης και της απώλειας.

Η Μπλιάτσου ταυτίζει τα λουλούδια της με τον έρωτα, τη θλίψη, τη θύμηση, την ανάμνηση, άρα πάντα με μία συναισθηματική καθαρά διάσταση ανάλογα με το είδος του, το χρώμα του, το μέγεθός του, τη μυρωδιά του που αντιστοιχούν σε μια υπαρξιακή κατάσταση.

Προτιμά τα φυσικά μεγέθη με τάση υπερβολής για να πλησιάσει περισσότερο τη γνησιότητα της απόδοσης και την αυθεντικότητα του αντικειμένου. Η οπτική πραγματικότητα αποτελεί το πεδίο της δημιουργικής της δράσης. Αποδίδει το χαρακτήρα του λουλουδιού, την ιδιότητα και την προσωπικότητά του. Τους προσδίδει εκπληκτική απόδοση στην υφή των επιφανειών στα άνθη και στις αντανακλάσεις τους.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα, έχουν το κόκκινο του βελούδου, του αίματος, της πληγής και του έντονου συναισθήματος. Αποδίδονται με γνησιότητα, με έμφαση στις λεπτομέρειες, με άκαμπτη έκφραση, υπερηφάνεια και ειλικρίνεια.

Για την ίδια είναι φορτισμένα με έννοιες πολλές και ποικίλες. Είναι ο πειρασμός με διπλή όψη. Του καλού και του ωραίου, της επιθετικότητας και της εκδίκησης. Ή ομορφιά της αίσθησης και της διάχυτης μυρωδιάς μαζί με τη σκληράδα και το τρύπημα του αγκαθιού. «Ο έρωτας που πονάει, η απουσία που πληγώνει…»

«…Θα΄ χουμε κλίνες μ΄ ελαφρές μυρωδιές μεστές, Ανάκλιντρα βαθιά σα μνήματα και λουλούδια παράξενα πάνω στα ράφια, Ανθισμένα για μας, κάτω από ωραιότερους ουρανούς » Μπωντλέρ «Ο Θάνατος των Εραστών» από τα «Άνθη του Κακού»

Με καταγωγή από τη Λάρισα είχε πάντα διαρκή επαφή με τη φύση και έμαθε να τη μελετά, να θέλει να τη γνωρίσει περισσότερο και σταδιακά να την αγαπήσει πραγματικά.

Η ζωή στην πόλη δεν την απομάκρυνε από αυτή τη σχέση γιατί πάντα επέλεγε σπίτια με κήπο. Παρατηρώντας τη φύση, έμαθε να διαβάζει τα σημάδια της, να βρίσκει τις ισορροπίες της και ακολουθώντας τις διαθέσεις τους να εξελίσσεται ανά εποχή κι εκείνη μαζί της.

«….Βασιλικός πλατύφυλλος με τα σαράντα φύλλα, σαράντα σ’ αγαπήσανε και πάλι ‘γω σε πήρα…..» Δημοτικό τραγούδι

Οι πεταλούδες είναι άγγιγμα, προσέγγιση, ένωση, ερωτική πράξη. Διαθέτει μινιμαλιστικά στοιχεία με καθαρά ανατομικές λεπτομέρειες, ζωγραφισμένη με λεπτό τρόπο είναι το μοναδικό ζωντανό πλάσμα του έργου. Πρόκειται για τον απόλυτο έρωτα της φύσης, στην απόλυτη έκσταση. Οι φόρμες της είναι επίπεδες με έντονες τονικές διαβαθμίσεις όπως το γρήγορο και ανάλαφρο πέταγμά της.

«Και που υπάρχει φωνή τόσο νέα, τόσο ωραία και γλυκιά, όσο η επιλογή της φύσης, όταν σμίγει η άνοιξη με τους ερωτευμένους» Τζον Κλαιρ (1793-1864)

Τα «Πουκέτ» είναι εμπνευσμένα από το αντίστοιχο εξωτικό νησί. Δημιουργίες που διακατέχονται από όλες τις προεκτάσεις θετικές και αρνητικές. Σειρά μελαγχολική, πλαισιωμένη από μαύρα πλαίσια, με αίσθηση υγρασίας, με την πρωινή δροσιά, αποπνέει θλίψη, σεμνότητα και την αξιοπρέπεια μιας θλιμμένης κόρης.

«……Γλυκό άρωμα και χρώμα πένθιμο, ζωή και θάνατος μαζί κι ενάντια, λουλούδι του γνήσιου έρωτα…….» Ελισαβετιανοί στίχοι.

Οι μινιατούρες της κρατούν ακόμη τη φυσική διάσταση, σαν φωτογραφικές σκηνές με σαφείς λεπτομέρειες στην ανατομία του φυτού. Συχνά η κορνίζα μοιάζει να αγκαλιάζει, να κυριαρχεί στο θέμα χωρίς να το παραγκωνίζει, να το υπονομεύει.
Όγκοι ανάγλυφοι, ζωντανοί, περιεκτικοί στο χρώμα, στη βελούδινη αίσθηση της ποικιλίας, μας μεταδίδουν την αναπνοή και τη ζωντάνια τους. Η Μπλιάτσου προσπαθεί να αποσπάσει τη μυρωδιά του, την αίσθησή του και να τη μεταδώσει ατόφια στο θεατή. «Είναι κήπος συναισθημάτων….», δηλώνει.

Δίνει έμφαση στην λεπτομερειακή απόδοση χωρίς εμμονές. Δημιουργεί πορτραίτα λουλουδιών που δεν διαχέονται μέσα στον καμβά αλλά είναι οριοθετημένα και εμπεριέχονται αυστηρά μέσα σ’ αυτόν.
Το σχέδιο είναι περιγραφικό, όπου κυριαρχείται από το έντονο και ατόφιο χρώμα. Οι όγκοι αναγνωρίζονται από την ανάγλυφη επιφάνεια, την πλούσια πάστα. Ή αίσθηση είναι νατουραλιστική χωρίς όμως να αγγίζει τα όρια της φωτογραφικής απεικόνισης.

Η προέκταση αυτής της δουλειάς είναι η εφαρμογή της σε άκαμπτες φόρμες όπως αυτή του ξύλου που αποκτά χρωματική δυνατότητα και κίνηση στο χώρο και έρχεται σε αντίθεση με την ταυτότητά του ή ακόμα σε λαμαρίνα , σε ποικιλία ανθεκτικών υλικών για να γίνουν διαχρονικά και να τονιστεί η γλυπτική τους φόρμα και η πλαστικότητά τους. Το λουλούδι σε φυσική διάσταση και απόδοση κυριαρχεί στην εσωτερική διακόσμηση και προδιαθέτει το συναίσθημα .

Ανάλογα με τη φύση του λουλουδιού επικρατούν τα ψυχρά χρώματα και οι επιθετικές
φόρμες χωρίς όμως να υπάρχει βιαιότητα.((((αγκινάρα))))))

«…Αν κάποιος αγαπάει πραγματικά τη φύση, μπορεί να βρει παντού την ομορφιά»
Βίνσεντ Βαν Γκόγκ (1853-1890).

Αννιτα Πατσουρακη

ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

ΕΙΚΟΝΑ, ΤΟΠΙΟ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ένα δένδρο κοινό όπως η κερασιά, δεν έχει απλώς φυτική υπόσταση αλλά αποτελεί συμπύκνωμα της ιστορίας των διεθνών συναλλαγών μεταξύ απόμακρων αυτοκρατοριών (εν προκειμένω, της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας και της Κίνας).

Μαρξ στην «Γερμανική Ιδεολογία»

Περιβάλλον είναι τα αιωνόβια δάση, τα υγρά λιβάδια, τα ορεινά βοσκοτόπια, οι απέραντοι κάμποι, τα μικρά αγροκτήματα, οι κατηφορικές ρεματιές, τα νερά που τρέ­χουν, οι εκβολές των ποταμών, τα βραχώδη νησιά, οι θαλάσσιοι ύφαλοι, τα κοπάδια των μεταναστευτικών ψαριών, τα αποδημητικά πουλιά, το κελάϊδημα του κότσυφα σ’ έναν αστικό κήπο.

Περιβάλλον είναι τα ανασκαμμένα χώματα, τα μπάζα που κατρακυλούν στο πλάι του δρόμου, οι στέγες με τις αιώνιες αναμονές να λογχίζουν τον ουρανό, ο αποκλει­σμός της θέας σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της επικράτειας από οικοδομές που κτί­ζονται η μια κολλητά με την άλλη κατά μήκος δρόμων χωρίς πεζοδρόμιο με προφανή κακότητα και σκοπό να μονοπωλήσουν ένα κομμάτι γαλανού ουρανού ή θάλασσας ορατού από το ρετιρέ του 4ου, όλα αυτά που απεξιδανικεύουν τον χώρο και διαταράσσουν την εικόνα.

Ποιάν εικόνα; Μα φυσικά αυτήν που έχουμε μέσα μας. Αυτήν που ξεκινάει από τα παιδικά μας χρόνια όταν παίζαμε μέσα σε ερείπια κυριευμένα από την άνοιξη, αυτήν που βλέπουμε οδηγώντας τ’ αυτοκίνητο, αυτήν που θαυμάζουμε από το ύψωμα ενός λόφου, αυτήν που βλέπουμε στις φωτογραφίες των διακοπών, αυτήν που μας επιτρέ­πουν οι αισθήσεις μας (είναι γνωστό πως βλέπουμε επιλεκτικά στοιχεία της πραγμα­τικότητας και όχι το υλικό όλον). Βέβαια το τοπίο προϋπάρχει της εικόνας. Όμως η ζωγραφική του απεικόνιση είναι σημαντική γιατί προϋπάρχει στο μυαλό μας, όπως η ομορφιά του προϋπάρχει στο όνειρο. Ο ζωγράφος μεσολαβεί και μας παρέχει έναν νέο κώδικα. Επίσης οριοθετεί το τοπίο.

Το κάδρο είναι ουσιαστικό, Διαχωρίζει τον πίνακα από τον χώρο που τον περιβάλ­λει και υπογραμμίζει ότι η αλήθεια της εικόνας δεν βρίσκεται στην πιστή αναπαράστα­ση αλλά στην ποιητική προδιάθεση του ζωγράφου. Το κάδρο είναι όμως ουσιαστικό και για έναν άλλο λόγο. Οι τοπιογράφοι χρησιμοποιούσαν ένα ορθογώνιο πλαίσιο στο οποίο ήταν στερεωμένος ένας νημάτινος τετράγωνος καμβάς. Μέσα από αυτό το «παράθυρο» («window»), όπως το ονόμαζαν παρατηρούσαν το τοπίο που ήθελαν να ζωγραφίσουν. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο» σχολίασε ο Βέλγος ζωγράφος R. Magritte την σειρά των πινάκων του «La condition humaine» (1933-1935), όπου η ζωγραφική απεικόνιση ενός τοπίου εμπρός από ένα παράθυρο συμπίπτει ταυτολογικά με το πραγματικό τοπίο που εκτυλίσσεται πίσω από αυτό.

Τα όρια ανάμεσα στο ζωγραφισμένο τοπίο και το πραγματικό (που και αυτό απο­τελεί μέρος του ίδιου πίνακα) είναι ασαφή, η μια εικόνα περνά αβίαστα και συνεχίζεται στην άλλη. Μόνο το καβαλέτο του ζωγράφου μπροστά στο παράθυρο και η πλευρά του τελάρου που πάνω του είναι καρφωμένος ο μουσαμάς, θυμίζουν ότι πρόκειται για δύο επάλληλες πλην ταυτόσημες εικόνες (έναν πίνακα μέσα σε έναν πίνακα). «Βλέ­πουμε [τον κόσμο] σαν να ήταν έξω από εμάς μολονότι δεν είναι παρά μια νοητική αναπαράσταση αυτού που βιώνουμε μέσα μας» συνεχίζει ο Magritte.

Το τοπίο δεν είναι ταυτόσημο, αναγκαστικά, με τη μεγάλη θέα, αυτήν την ευρυγώνιου φακού. Μπορεί να είναι αποσπασματικό, μπορεί να εστιάζει στη λεπτομέρεια, μπορεί να προβάλλει ένα μέρος του θεάσιμου κόσμου.

Η αυτοτέλεια του θρυμματισμένου τοπίου απορρέει από την αυτοτέλεια του «νοηματικού χώρου» που, σύμφωνα με τον Αυστρο-αμερικανό μελλοντολόγο Ernst Jantsch, ο άνθρωπος άρχισε να διαμορφώνει από την στιγμή που ξεκίνησε την «ψυ­χολογική επανάστασή», σηματοδοτεί την πορεία του προς την χειραφέτηση. Είναι ο χώρος «των διανοητικών λειτουργιών του, των συναισθημάτων του, της φαντασίας του, της ικανότητάς του να κατανοεί, να αντιλαμβάνεται και να διατυπώνει έννοιες». Υπάρχει ακόμη, συνεχίζει ο Jantsch, και «ένας πνευματικός χώρος», όπου «εδράζονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το υπερβατικό, οι πολιτιστικές του επινοήσεις, από τις αξίες ως την θρησκεία, από την τέχνη ως την φιλοσοφία και την επιστήμη».

Έτσι, η ζωγραφική των τοπίων, της φύσης, του περιβάλλοντος χωρίς τον άνθρωπο (αλλά σημαδεμένου απ’ αυτόν), μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο. Τα λουλού­δια της Γ. Μπλιάτσου στην έκθεση, δεν είναι αναπαραστάσεις αντικειμένων, είναι το εικαστικό αποτύπωμα μιας ιστορίας (ή επάλληλων ιστοριών): του αγροτικού περιβάλ­λοντος (το άνθος του βαμβακιού), της μεγάλης πεδιάδας των παιδικών της χρόνων (παπαρούνες στα στάχυα), του αγρού που ξέμεινε ακαλλιέργητος και γέμισε αγριομαργαρίτες της μπουκαμβίλιας που φύτρωσε τυχαία στην άκρη της μάντρας. Είναι θραύσματα εικόνων ενός περιβάλλοντος του οποίου η σύνθεση γίνεται μέσα απ’ τις ψηφίδες, αλλά και μέσα απ’ την ανάγκη μας για μια ενότητα, που ίσως και να έχει οριστικά χαθεί.

Ηλίας Ευθυμιόπουλος